προοδεύω

ΝΜΑ [πρόοδος]
οδεύω, βαδίζω προς τα εμπρός, προχωρώ
νεοελλ.
1. προάγομαι, αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι προς το καλύτερο, προκόβω (α. «οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν προοδεύουν ανάλογα με τις θετικές» β. «τα παιδιά του προόδευσαν στα γράμματα»)
2. (με κακή σημ.) οπισθοδρομώ, χειροτερεύω («στα στήθη η θλίψη σιγηλά, χαλνά και προοδεύει», Βιζυην.)
μσν.
1. (για τους νεκρούς) έχω αποχωρήσει πρώτα
2. (η μτχ. ουδ. παθ. παρακμ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ προωδευμένα
αυτά που έχει περάσει κανείς, όσα έχει υποστεί
μσν.-αρχ.
προηγούμαι σε πορεία, προπορεύομαι (α. «ἠκολούθει τοῑς τῶν προωδευκότων ἴχνεσι», Λουκ.
β) «πῇ μὲν οὐραγῶν, πῇ δὲ προοδεύων», Λέων Διάκ.)
αρχ.
εκπορεύομαι εκπηγάζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προοδεύω — προοδεύω, προόδευσα και προόδεψα, προοδευμένος βλ. πίν. 19 , βλ. πίν. 17 Σημειώσεις: προοδεύω : η μτχ. προοδευμένος χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο (→ αυτός που βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης, προόδου) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προοδεύω — [проодэво] р. идти вперед, прогрессировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προοδεύω — προόδεψα, προοδε(υ)μένος, γίνομαι συνεχώς καλύτερος, βελτιώνομαι αδιάκοπα: Προόδεψε με τη σκληρή δουλειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προοδεύῃ — προοδεύω walk first pres subj mp 2nd sg προοδεύω walk first pres ind mp 2nd sg προοδεύω walk first pres subj act 3rd sg προοδεύῃ , προοδεύω walk first pres subj mp 2nd sg προοδεύῃ , προοδεύω walk first pres ind mp 2nd sg προοδεύῃ , προοδεύω walk… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προοδευσάντων — προοδεύω walk first aor part act masc/neut gen pl προοδεύω walk first aor imperat act 3rd pl προοδευσάντων , προοδεύω walk first aor part act masc/neut gen pl προοδευσάντων , προοδεύω walk first aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προοδευόντων — προοδεύω walk first pres part act masc/neut gen pl προοδεύω walk first pres imperat act 3rd pl προοδευόντων , προοδεύω walk first pres part act masc/neut gen pl προοδευόντων , προοδεύω walk first pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προοδεῦον — προοδεύω walk first pres part act masc voc sg προοδεύω walk first pres part act neut nom/voc/acc sg προοδεῦον , προοδεύω walk first pres part act masc voc sg προοδεῦον , προοδεύω walk first pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προοδεύει — προοδεύω walk first pres ind mp 2nd sg προοδεύω walk first pres ind act 3rd sg προοδεύει , προοδεύω walk first pres ind mp 2nd sg προοδεύει , προοδεύω walk first pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προοδεύοντα — προοδεύω walk first pres part act neut nom/voc/acc pl προοδεύω walk first pres part act masc acc sg προοδεύοντα , προοδεύω walk first pres part act neut nom/voc/acc pl προοδεύοντα , προοδεύω walk first pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προοδεύοντι — προοδεύω walk first pres part act masc/neut dat sg προοδεύω walk first pres ind act 3rd pl (doric) προοδεύοντι , προοδεύω walk first pres part act masc/neut dat sg προοδεύοντι , προοδεύω walk first pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.